Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

θέλω.






Αυτό δεν το γράφω τόσο για σένα, όσο για μένα -δεν πα να μπήκε το 11, εγώ κλασσικά παραμένω εγωίστρια. 
Και το γράφω που λες για μένα. Ώστε όταν φτάσω στα 20, στα 30, στα 40, στα 50, να υπάρχει αυτό το μπλογκ, αυτή η δημοσίευση, να μου θυμίζει όταν πια θα έχω καταντήσει μια μίζερη, βολεμένη κυριούλα, ότι κάποτε, όταν όλα τα έβλεπα διαφορετικά, όταν το αίμα μου έβραζε, όταν οι 24 ώρες μου έμοιαζαν ελάχιστες, όταν κόσμος μου φαινόταν μικρός, έκανα όνειρα. Όνειρα υπερπαραγωγές. Όμορφα όνειρα, που άξιζαν να πραγματοποιηθούν. Και ήδη με φαντάζομαι ξαπλωμένη σε μια πολυθρόνα να συλλογίζομαι: ''όλη μου η ζωή τα όνειρα που δεν πρόλαβα, δεν έτυχε, δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω''. Το τελευταίο το πιο ειρωνικό από όλα. ''Δεν μπόρεσα'' ! Ακόμα και στα σαράντα , μου φαίνεται ότι θα κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου. Φυσικά και θα μπορούσα να είχα μπορέσει. Φυσικά. Απλά δεν ήθελα. Ή μάλλον δεν ήθελα αρκετά.


Όλα αυτά είναι υποθέσεις, Πάντως τώρα στα 15 μου χρόνια (σε 4 μήνες 16) θ έ λ ω!
Θέλω πολύ. 
Για πολύ. 
Θέλω τα πάντα. 
Για πάντα. 
Θέλω να ταξιδέψω. 
Παντού.
Θέλω να ζήσω και να νιώσω τον παλμό μεγάλων, μυθικών πόλεων.
Να βολτάρω σε πάρκα, σε πλατείες, σε σοκάκια.
Να διασχίσω γέφυρες, λεωφόρους, αυτοκινητοδρόμους.
Να μπω σε τρένα, σε βαπόρια, σε αμάξια, σε αεροπλάνα.
Θέλω να γνωρίσω ανθρώπους. Πολλούς και διαφορετικούς. Ανθρώπους που να δίνονται. Ειλικρινείς, ψεύτες, γενναίους, δειλούς, ντροπαλούς, κοινωνικούς, αντιδραστικούς, επαναστάτες, μίζερους, δυστυχισμένους, ευτυχισμένους...
Θέλω να διαβάσω χιλιάδες βιβλία, να δω εκατομμύρια ταινίες, να χορέψω μέχρι τελικής πτώσης στη βροχή, στο χιόνι, στο χαλάζι.
Θέλω να ερωτευτώ, να αγαπήσω, να λατρέψω, να μισήσω, να προδώσω, να εμπιστευτώ.
''Θέλω να σου χαρίσω αυτό που δεν τελειώνει''.
Θέλω να θυμάμαι. Να μην ξεχνάω.
Θέλω να είμαι εγώ.


Θέλω να γίνω κάποτε -έστω και στιγμιαία- εκστατικά ευτυχισμένη.


Για όλα φταίει σώτη τριανταφύλλου και η nameless ηρωίδα της, στο ''σάβββατο βράδυ στην άκρη της πόλης''. Και φυσικά φταίει και η καινούρια χρονιά που με κάνει να ελπίζω.
συμπέρασμα:  put the blame on them, αγαπητέ αναγνώστη.



Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010









γιατί να μην μπορώ
να υπερασπιστώ
ό, τι αγαπάω;
παγώνουνε τα μέλη μου,
ιδρώνουνε τα άκρα μου
και νιώθω να πονάω.
οι λέξεις κοκαλώνουνε,
καμιά μαχητικότητα
υποχώρηση αδέλφια,
υποχώρηση.

γιατί να μην μπορώ
να γιορτάσω αναπόσπαστη
τις νίκες μου;
μικρές, ταπεινές
των πολεμιστών μου
οι κατακτήσεις.
αλλά αληθινές
ή τουλάχιστον
αληθοφανείς.

γιατί για κάθε βήμα μου
να διχάζομαι
σε δύο και σε τρεις εαυτούς;
κουβάρι το μυαλό μου,
κουρέλι η καρδιά μου
ανίκανα,
μονοπάτια ζωής
ή ονείρου να επιλέξουν.

γιατί να με σπαράζουνε
συνθήκες, άλλοθι, προθέσεις
και να με εμποδίζουνε
την ετυμηγορία μου να βγάλω;

γιατί την κάθε μου ήττα
να μου τη χρεώνω διπλά, τριπλά;
φορτίο ασήκωτο
στις ασθενικές μου πλάτες

γιατί με ζήλεια να κοιτάζω
τους ικανοποιημένους;
τους όμορφους συμμάχους
του εαυτού τους.
που με συνθήκες
-άγνωστες σε μένα
κατέληξαν στην ειρήνη,
στην γαλήνη
και πιθανόν- που ξέρεις;
στην ευτυχία.

γιατί να μην ανήκω πουθενά
και να φοβάμαι να ενταχθώ
σε ένα σύνολο;
να τρέμω να μου λένε αποφασιστικά
''αυτό είσαι!''
βλέπεις
δεν έχω χώρο, ούτε αντοχές
να κουβαλάω
-συχνά άστοχες και άδικες
ταμπέλες
ανελέητων δικαστών

γιατί να αδυνατώ να ξεχωρίσω
τι να αποδεχτώ
και τι να αλλάξω;

γιατί να μην είμαι μια άσπρη,
τραχιά πέτρα
ενταγμένη, εναρμνισμένη
με το άγριο τοπίο;


γιατί να βασανίζομαι;


Έλα τώρα που νόμιζες ότι θα σε άφηνα έτσι, αγαπητέ αναγνώστη! Είπαμε. Τα αγαπάω τα κλισέ, θα άφηνα το 2010 να φύγει χωρίς να κάνω τον απολογισμό μου;
Ολόψυχα σου εύχομαι καλή χρονιά και ... ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος(γιατί να μην το πω, αφού το εννοώ ; )

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

κόκκινος θυμός.








Δύο λέξεις ήταν αρκετές για να πυροδοτήσουν την έκρηξη.


Δεν την αντέχω την αδικία. Γενικά, είμαι ανεχτική, αλλά εσένα αδικία δε σε δέχομαι. Ειδικά όταν τα βάζεις προσωπικά μαζί μου.


Ο θυμός είναι ένα περίεργο συναίσθημα. Είναι ένα ορμητικό ρεύμα που ξεκινάει από τις άκρες των ποδιών και εξαπλώνεται σιγά σιγά σε κάθε γωνία του σώματος μέχρι που φτάνει στο πρόσωπο. Και επειδή η μύτη και το στόμα δεν αρκούν για τον απελευθερώσουν, αυτό το τεράστιο ορμητικό ρεύμα μετατρέπεται -σχεδόν μαγικά- σε αλμυρές σταγόνες που πηγάζουν απ' τα μάτια και κάποιος, κάποτε τις ονόμασε δάκρυα.


Και τα δάκρυα κυλούν. Και το σώμα τρέμει. Και τα μάτια κοκκινίζουν. Και το κεφάλι πάει να σπάσει.


Τι δειλή που είμαι αλήθεια;


Και κει που παράνομα, γεμάτη αυθάδεια πάει να εισέλθει μέσα μου μια πιθανότητα συγχώρεσης, τη διώχνω βίαια, σχεδόν αμέσως. Το -όλα-πάνε-καλά-δεν-υπάρχει-πρόβλημα-κανένα βλέμμα σου με πείθει ότι κάνω το σωστό. Και μετά θυμός. Κόκκινος. Πνίγομαι...

 
Ας μου εγγυηθεί κάποιος ότι είναι η τελευταία φορά που βρίσκομαι σ' αυτή την κατάσταση. Ότι όλο αυτό θα περάσει. Και ότι δε θα είναι πολύ αργά. Ότι θα προλάβω.


Ο μεγαλύτερός μου φόβος να χάσω το τρένο...


Και αν κάπου κατέλειξα αυτές τις λίγες ώρες, είναι πως κρίμα που δεν έχουμε όλοι την πολυτέλεια να εκφράζουμε το θυμό μας σπάζοντας τζάμια και βιτρίνες. Κρίμα και άδικο.


Και κάτι άλλο. Για όλα φταις εσύ. Εσύ. Ακόμα και για την τρύπα του όζοντος.

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

όμορφα.




Γράφω για να μην προλάβεις και γράψεις εσύ πρώτος. Γράφω για να σου πω μια καλησπέρα. Μα κυρίως- ποιον κοροϊδεύω;- γράφω για το ''όμορφα'' που μου ευχήθηκες κάποτε. Για το ''όμορφα'' που φοράς στην όψη, σε κάθε νοητή μου συνάντηση μαζί σου. Για το ''όμορφα'' που αγαπάς τόσο και που μέσα στο οποίο -εγωιστικά, αθόρυβα, εν αγνοία σου- τρύπωσα και γω μέσα μια μέρα που είχε κρύο. Στο δικό σου ''όμορφα''. Και αν θες να ξέρεις το αγάπησα και γω. Το ''όμορφα''.

Το ''όμορφα'' είναι η αρχή μιας αόριστης γνωριμίας. Μεταξύ αγνώστων. Μιας συνάντησης που δεν έγινε. Μεταξύ εμένα και εσένα. Μια αφορμή ήταν το ''όμορφα''. Μια αφορμή για να εισέλθω στον κόσμο σου. Το ''σουσάμι άνοιξε'' του θησαυρού. Του δικού σου και του ''όμορφα''. Του θησαυρού της ψυχής σου. Του είναι σου, που με' χει κάνει σκλάβα του. Σκιά της σκιάς σου.

Το ''όμορφα'' είναι όλα κι όλα ό, τι μας ενώνει. Ότι ενώνει εμένα με σένα για να ακριβολογούμε. Γιατί εσύ είπαμε, αγνοείς. Αγνοείς την ύπαρξή μου. Η άγνοιά σου, το κοινό μας ''όμορφα''. Και δε φταις εσύ γι' αυτό. Προς Θεού. Δε σε φορτώνω με ψεύτικες κατηγορίες. Ποτέ δε θα το έκανα αυτό στο ''όμορφά'' μας. Σου είπα, το αγαπάω.

Εν αγνοία σου παγιδεύτηκα στη ζωή σου. Κινούμενη άμμος εσύ και γω να βυθίζομαι μαζί με σένα και το ''όμορφα'', το παιδί μας. Και δεν ένιωθα μόνη μαζί σας. Κι ας έλειπε η ψυχή της παρέας, η σάρκα. Το ''όμορφα'' ήταν η καλύτερη αόρατη συντροφιά που θα μπορούσα να έχω. Μετά από σένα βέβαια.

Όλη μου η ζωή ορίζεται απ' το ''όμορφα''. Προ Χριστού, μετά Χριστόν. Προ ''όμορφα'', μετά ''όμορφα''. Όμως εσύ παραμένεις ψευδαίσθηση. Μόνο κάποιες φορές παρασύρομαι από τυπωμένα χαρτιά με ποιήματά σου και πιστεύω ότι για δευτερόλεπτα ζωντανεύεις. Και τα μάτια σου λάμπουν και με κοιτάζουν. Κι όμως ψευδαίσθηση παραμένεις. Εν αγνοία σου πάντα.

Και γω η δειλή αρκέστηκα στο ''όμορφα''. Από μικρή αγαπούσα τα απλά πράγματα. Δεν μου περνούσε απ' το μυαλό πως θα μπορούσα να χα κι άλλα, πολλά. Όχι. Το ''όμορφα'' μου αρκούσε. Και ήταν βράδια που το παρακαλούσα να μας φέρει μαζί. Μαζί! Δεν γνωρίζει μαζί το ''όμορφα'', άγνωστη λέξη , δε βρίσκεται στο λεξιλόγιό του. Και έμενα εγώ στην άμμο , παρέα με τα φαντάσματά σας. Το δικό σου και του ''όμορφα''.

Τι ωραία που ήταν η πρώτη φορά που αντανακλάστηκε η φλόγα σου πάνω στο ''όμορφα'' της οθόνης. Φλόγα κόκκινη που μ' έκαψε.
Α, δε σου' πα! Αγόρασα και κόκκινο κασκόλ. Κατακόκκινο. Να σε τυλίγω γύρω απ' το λαιμό μου, να με ζεσταίνεις...
Και γω η χαζή να μένω με την ψευδαίσθηση πως όλα είναι  ''όμορφα''.

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

αγώνας.







Και κει που νομίζεις πως τα πάντα μέσα σου έχουν παγώσει, έρχεται ένας αγώνας να σε βγάλει απ' το λήθαργο και να σου θυμίσει ότι ''ψιτ κοπελιά'', μπορείς ακόμα να γελάσεις, να κλάψεις, να χοροπηδήσεις από χαρά, να εκνευριστείς, να νιώσεις, να ζήσεις. ''Ένας αγώνας ;''- παραξενεύεσαι. Ναι, ένας αγώνας όπου παίρνεις και συ μέρος και δεν είσαι ένας αμέτοχος (τηλε)θεατής. Με τον ιδρώτα να στάζει, τις αισθήσεις όλες σε εγρίγωρση, τα πόδια να τρέμουν απ' την αγωνία και τη θέληση προσπαθείς να δώσεις το καλύτερο. Για σένα. Για την ομάδα. Παρατηρείς την αντίπαλη πλευρά. Πανηγυρίζεις σε κάθε πόντο. Κάνεις αυθόρμητα περίεργες γκριμάτσες που δεν ταιριάζουν με το χαμηλών τόνων προφίλ σου.Ουρλιάζεις σε μια προσπάθεια να εκτονώσεις τα νεύρα σου. Τρέχεις και άλοτε πετυχαίνεις, άλοτε όχι. Βρίζεσαι, αγκαλιάζεσαι, φιλιέσαι. Νιώθεις άνθρωπος που ΝΑΙ, επιτέλους ζεις τη στιγμή και δε νοιάζεσαι πια για το τίμημα. Κάθε σου ανάσα παίρνει αξία μόνο και μόνο επειδή ζεις και τι περίεργο;- το ευχαριστιέσαι! Και ας εξελίχθηκε το παιχνίδι σε ντέρμπι. Κι ας άρχισαν σιγά σιγά τα πρόσωπα όλων να θαμπώνουν. Και ας μην άκουγες τίποτα. Κι ας πλακώθηκες με τις συμπαίκτριές σου . Και ας είδες τους απέναντι να πανηγυρίζουν τη νίκη . Εσύ το ευχαριστήθηκες. Με όλο σου το είναι.
 Και θες να ευχαριστήσεις τον αγώνα που σου θύμισε ότι τον μηχανισμό τον έχεις ,απλά πρέπει πού και πού να πατάς και το ΟΝ( ίσως και να αλλάζεις καμιά μπαταρία...)

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

''ξέρετε, δυστυχώς δε διαθέτω αυτό το ποσό...''







   Σάββατο σήμερα και ξύπνησα ευδιάθετη-μήπως διακρίνω ένα σαρκασμό στο πρόσωπό σου;

Και επειδή λοιπόν έχω τα κέφια μου, λέω να σου μιλήσω για μερικά τρελά πράγματα που θέλω πολύ να κάνω. Να σου αποκαλύψω δηλαδή ένα κομμάτι από τη λίστα με τις πιο αψυχολόγητες ευχές μου- ναι, μιλάω για την ίδια λίστα που ανέφερα κάπου στα προηγούμενα κειμενάκια.

Θέλω που λες πααααάρα πολύ να ξυπνήσω μια μέρα, να βάλω τα πιο επίσημα ρούχα που υπάρχουν( βλ. Audrey Hepburn στο Breakfast at Tiffany' s) να το παίξω μικρή ζάμπλουτη κυρία και να πάω το μεσημέρι ή μάλον το βράδυ σ' ένα πανάκριβο εστιατόριο. Το πιο ακριβό του κόσμου. Και οι σερβιτόροι να μου χαμογελάνε και να με περιποιούνται μέχρι αηδίας, θύματα του άρρωστου μυαλού μου. Και εγω να παραγγείλω τα πάντα. Και να παρελάσσουνε μπροστά μου χιλιάδες πιάτα. Χιλιάδες εδέσματα. Χιλιάδες γλυκά. Ανάλαφρες, πικρές, ξινές, αιθέριες, βαριές, πικάντικες γεύσεις. Και αφότου έχω δοκιμάσει τα πάντα, να ζητήσω το λογαριασμό. Και  ένας χαμογελαστός κουστουμαρισμένος σερβιτόρος που προσμένει ένα γενναιόδωρο μπουρμπουάρ, να μου φέρει ένα άσπρο χαρτάκι μ' ένα αστρονομικό ποσό γραμμένο πάνω του. Και εγώ με πρόσωπο ατάραχο, γαλήνιο και κυρίως χαμογελαστό να απαντήσω στο σερβιτόρο ότι ''ξέρετε, δυστυχώς δε διαθέτω αυτό το ποσό...''

Και μετά η συνέχεια μου είναι άγνωστη. Πώς θα αντιδράσει άραγε ο κακόμοιρος ο σερβιτόρος; ή ο σεφ; ή ο ιδιοκτήτης; Και τι δε θα δινα για να ζήσω τις αντιδράσεις τους. Και μετά είτε να καλέσουν την αστυνομία να συλλάβει αυτή τη θεοπάλαβη κυρία που σίγουρα από κάποιο τρελοκομείο θα απόδρασε ,είτε να με αμπαροκλειδώσουνε για χρόνια  στην κουζίνα, προστάζοντάς με να καθαρίζω βουνά από πατάτες και να πλένω στήλες από πιάτα. Και όλα αυτά ντυμένη μ' αυτό το υπέροχο μαύρο φόρεμα, τα μαύρα μακριά γάντια, την τιάρα στο κεφάλι και με μαύρα ψιλοτάκουνα...

Αχχ...Ναι, είμαι τρελή το ξέρω. Αλλά τώρα πες μου ειλικρινά ποιος δεν είναι στις μέρες μας;


to be continued...- έφτασα στο σημείο να σε απειλώ κιόλας αγαπητέ αναγνώστη...

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

flash back.




λυμένα κορδόνια
μουτζούρες στο χέρι
κρατάει μπαλόνια
ευτυχία προσφέρει

κοτσίδες ξανθές
αστείες γκριμάτσες
ματάκια αθώα
στο ταβάνι χλαπάτσες

καραμέλες στην τσέπη
γρατζουνιές και γόνατα
κι η μαμά όταν έρθει
αρχίζει μαλώματα

βρέχει μπάλες
χιονίζει παιχνίδι
σοκολάτα στο στόμα
ψείρες και ξύδι

μικρές φιγούρες
με ροζ κοκαλάκια
στο σώμα φαγούρες
φαγητό σε μπολάκια

παιδί ίσον παιδιά
αγαλματάκια ακούνιτα
γελάει στη βροχή
σε κοιτάνε αμίλητα


*Γιατί μια επίσκεψη στο δημοτικό των παιδικών σου χρόνων μπορεί να σου δώσει το φιλί της ζωής που είχες τόσο ανάγκη...