Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

να ξέρεις στο όνομά μου δε γυρνάω...









Μοιάζει περίεργο αυτό που θα σου πω
με το όνομα μου δεν λέω να συμβιβαστώ
είναι που εμπνέει λανθασμένη εικόνα
που μ' αναγκάζει να στέκομαι όρθια, κολώνα
στις κρίσιμες στιγμές τη ζωής μου

έτσι κι αλλιώς δεν τις αντέχω τις ταμπέλες
μα να που μου αποδώσανε μια από μωρό
μη με αφήνοντας να κάνω τις δικές μου τρέλες
την επικυρώσανε με νόμο και νονό
με είπανε σαν μια αγία μιας εποχής αδιάφορης.

Κι ίσως να μοιάζει πρακτικό
και να εξυπηρετεί κάποιους σκοπούς
δε λέω, τους δικαιολογώ
μα με εντάσσουν στους κοινούς
σκοτώνουν το δικό μου ξεχωριστό

δεν την αντέχω την αδικία
να αποφασίζουν άλλοι για μένα
και να μου δίνουν μια ονομασία
αδιαφορώντας για τα δικά μου απωθημένα

Όντας λοιπόν ειλικρινής
το ξεκαθάρισα
πες με ό, τι άλλο επιθυμείς
εκτός απ' το όνομά μου
φώναξε έστω κοπελιά
να ξέρεις στο όνομά μου δε γυρνάω
είναι άλλη μια παραξενιά
σε τετελεσμένα γεγονότα να κολλάω

αν θες λοιπόν να μ' αγαπάς
βάλε στην άκρη την ταυτότητά μου
κάνε πως όλα τα ξεχνάς
ακολούθα τα βήματά μου

και σε παρακαλώ πολύ
ποτέ, ποτέ, ποτέ
μη φωνάξεις το όνομά μου


γιατί τότε ξέρω ότι θα το αγαπήσω...





Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

φοβάμαι.





''Μα θα μ' αφήσουν μετά. Θα μα' αφήσουν όπως πάντα μετά''.

ΔΕ θέλω να μ' αφήσουν μ' ακούς; Δε θέλω ούτε να αφεθούν μόνοι τους.

Ξύπνησα σήμερα και όλο το δωμάτιο θύμιζε το χθες. Τη χθεσινή μέρα. Η οποία είχε το potential να εξελιχθεί σε μια από τις ωραιότερες τις ζωής μου.Αλλά άμα δεν είναι γραφτό, δεν είναι. Άμα υπάρχουν ανοιχτοί λογαριασμοί, ανοιχτές πληγές δεν είναι.
Και έχουν περάσει σχεδόν 24 ώρες και τα μέλη μου ακόμα δεν έχουν χαλαρώσει. Ζουν και αναπνέουν σε ένα γαλαξία έντασης. Από αυτή την ένταση που αδύναμοι χαρακτήρες σαν και μένα δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν (παρά μόνο με κλάμα).

Και βλέπω τοίχο.
Αδιέξοδο.
Και δε βλέπω έξοδο κινδύνου.
Και φοβάμαι όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου.
Είμαι ανίκανη. Ανίκανη να σώσω την κατάσταση, να σώσω τους σχοινοβάτες μου.
Και έχω τύψεις.
Γιατί έχω αυτό το καταραμένο το χάρισμα ,να καταλαβαίνω απόλυτα και τις δύο πλευρές .
Και του θύματος και του θύτη.
Και να τις δικαιολογώ, να βρίσκω άλλοθι, να επικαλούμαι καταστάσεις, προθέσεις.
Όμως αυτή τη φορά δεν μπορώ να βγάλω την ετυμηγορία μου. 
Δεν υπάρχει ούτε θύμα ούτε θύτης.
Υπάρχουν μόνο δυο άνθρωποι που αγαπάω όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου.
Φαινομενικά δεν είμαι εγώ στο μάτι του κυκλώνα. Ουσιαστικά όμως είμαι.
Στο ξαναλέω φοβάμαι.
Φοβάμαι για εκείνους και μιας και είμαι εγωίστρια φοβάμαι και για μένα.
Και βασικά φοβάμαι για μας.
Και αν σε κάτι μπορώ να ελπίζω είναι στο να έχει δίκιο η Πρωτοψάλτη.

''δε χωρίζουν όμως έτσι οι ζωές των ανθρώπων που αγαπήθηκαν με τόσο κόπο...''



Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

θέλω.






Αυτό δεν το γράφω τόσο για σένα, όσο για μένα -δεν πα να μπήκε το 11, εγώ κλασσικά παραμένω εγωίστρια. 
Και το γράφω που λες για μένα. Ώστε όταν φτάσω στα 20, στα 30, στα 40, στα 50, να υπάρχει αυτό το μπλογκ, αυτή η δημοσίευση, να μου θυμίζει όταν πια θα έχω καταντήσει μια μίζερη, βολεμένη κυριούλα, ότι κάποτε, όταν όλα τα έβλεπα διαφορετικά, όταν το αίμα μου έβραζε, όταν οι 24 ώρες μου έμοιαζαν ελάχιστες, όταν κόσμος μου φαινόταν μικρός, έκανα όνειρα. Όνειρα υπερπαραγωγές. Όμορφα όνειρα, που άξιζαν να πραγματοποιηθούν. Και ήδη με φαντάζομαι ξαπλωμένη σε μια πολυθρόνα να συλλογίζομαι: ''όλη μου η ζωή τα όνειρα που δεν πρόλαβα, δεν έτυχε, δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω''. Το τελευταίο το πιο ειρωνικό από όλα. ''Δεν μπόρεσα'' ! Ακόμα και στα σαράντα , μου φαίνεται ότι θα κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου. Φυσικά και θα μπορούσα να είχα μπορέσει. Φυσικά. Απλά δεν ήθελα. Ή μάλλον δεν ήθελα αρκετά.


Όλα αυτά είναι υποθέσεις, Πάντως τώρα στα 15 μου χρόνια (σε 4 μήνες 16) θ έ λ ω!
Θέλω πολύ. 
Για πολύ. 
Θέλω τα πάντα. 
Για πάντα. 
Θέλω να ταξιδέψω. 
Παντού.
Θέλω να ζήσω και να νιώσω τον παλμό μεγάλων, μυθικών πόλεων.
Να βολτάρω σε πάρκα, σε πλατείες, σε σοκάκια.
Να διασχίσω γέφυρες, λεωφόρους, αυτοκινητοδρόμους.
Να μπω σε τρένα, σε βαπόρια, σε αμάξια, σε αεροπλάνα.
Θέλω να γνωρίσω ανθρώπους. Πολλούς και διαφορετικούς. Ανθρώπους που να δίνονται. Ειλικρινείς, ψεύτες, γενναίους, δειλούς, ντροπαλούς, κοινωνικούς, αντιδραστικούς, επαναστάτες, μίζερους, δυστυχισμένους, ευτυχισμένους...
Θέλω να διαβάσω χιλιάδες βιβλία, να δω εκατομμύρια ταινίες, να χορέψω μέχρι τελικής πτώσης στη βροχή, στο χιόνι, στο χαλάζι.
Θέλω να ερωτευτώ, να αγαπήσω, να λατρέψω, να μισήσω, να προδώσω, να εμπιστευτώ.
''Θέλω να σου χαρίσω αυτό που δεν τελειώνει''.
Θέλω να θυμάμαι. Να μην ξεχνάω.
Θέλω να είμαι εγώ.


Θέλω να γίνω κάποτε -έστω και στιγμιαία- εκστατικά ευτυχισμένη.


Για όλα φταίει σώτη τριανταφύλλου και η nameless ηρωίδα της, στο ''σάβββατο βράδυ στην άκρη της πόλης''. Και φυσικά φταίει και η καινούρια χρονιά που με κάνει να ελπίζω.
συμπέρασμα:  put the blame on them, αγαπητέ αναγνώστη.



Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010









γιατί να μην μπορώ
να υπερασπιστώ
ό, τι αγαπάω;
παγώνουνε τα μέλη μου,
ιδρώνουνε τα άκρα μου
και νιώθω να πονάω.
οι λέξεις κοκαλώνουνε,
καμιά μαχητικότητα
υποχώρηση αδέλφια,
υποχώρηση.

γιατί να μην μπορώ
να γιορτάσω αναπόσπαστη
τις νίκες μου;
μικρές, ταπεινές
των πολεμιστών μου
οι κατακτήσεις.
αλλά αληθινές
ή τουλάχιστον
αληθοφανείς.

γιατί για κάθε βήμα μου
να διχάζομαι
σε δύο και σε τρεις εαυτούς;
κουβάρι το μυαλό μου,
κουρέλι η καρδιά μου
ανίκανα,
μονοπάτια ζωής
ή ονείρου να επιλέξουν.

γιατί να με σπαράζουνε
συνθήκες, άλλοθι, προθέσεις
και να με εμποδίζουνε
την ετυμηγορία μου να βγάλω;

γιατί την κάθε μου ήττα
να μου τη χρεώνω διπλά, τριπλά;
φορτίο ασήκωτο
στις ασθενικές μου πλάτες

γιατί με ζήλεια να κοιτάζω
τους ικανοποιημένους;
τους όμορφους συμμάχους
του εαυτού τους.
που με συνθήκες
-άγνωστες σε μένα
κατέληξαν στην ειρήνη,
στην γαλήνη
και πιθανόν- που ξέρεις;
στην ευτυχία.

γιατί να μην ανήκω πουθενά
και να φοβάμαι να ενταχθώ
σε ένα σύνολο;
να τρέμω να μου λένε αποφασιστικά
''αυτό είσαι!''
βλέπεις
δεν έχω χώρο, ούτε αντοχές
να κουβαλάω
-συχνά άστοχες και άδικες
ταμπέλες
ανελέητων δικαστών

γιατί να αδυνατώ να ξεχωρίσω
τι να αποδεχτώ
και τι να αλλάξω;

γιατί να μην είμαι μια άσπρη,
τραχιά πέτρα
ενταγμένη, εναρμνισμένη
με το άγριο τοπίο;


γιατί να βασανίζομαι;


Έλα τώρα που νόμιζες ότι θα σε άφηνα έτσι, αγαπητέ αναγνώστη! Είπαμε. Τα αγαπάω τα κλισέ, θα άφηνα το 2010 να φύγει χωρίς να κάνω τον απολογισμό μου;
Ολόψυχα σου εύχομαι καλή χρονιά και ... ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος(γιατί να μην το πω, αφού το εννοώ ; )

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

κόκκινος θυμός.








Δύο λέξεις ήταν αρκετές για να πυροδοτήσουν την έκρηξη.


Δεν την αντέχω την αδικία. Γενικά, είμαι ανεχτική, αλλά εσένα αδικία δε σε δέχομαι. Ειδικά όταν τα βάζεις προσωπικά μαζί μου.


Ο θυμός είναι ένα περίεργο συναίσθημα. Είναι ένα ορμητικό ρεύμα που ξεκινάει από τις άκρες των ποδιών και εξαπλώνεται σιγά σιγά σε κάθε γωνία του σώματος μέχρι που φτάνει στο πρόσωπο. Και επειδή η μύτη και το στόμα δεν αρκούν για τον απελευθερώσουν, αυτό το τεράστιο ορμητικό ρεύμα μετατρέπεται -σχεδόν μαγικά- σε αλμυρές σταγόνες που πηγάζουν απ' τα μάτια και κάποιος, κάποτε τις ονόμασε δάκρυα.


Και τα δάκρυα κυλούν. Και το σώμα τρέμει. Και τα μάτια κοκκινίζουν. Και το κεφάλι πάει να σπάσει.


Τι δειλή που είμαι αλήθεια;


Και κει που παράνομα, γεμάτη αυθάδεια πάει να εισέλθει μέσα μου μια πιθανότητα συγχώρεσης, τη διώχνω βίαια, σχεδόν αμέσως. Το -όλα-πάνε-καλά-δεν-υπάρχει-πρόβλημα-κανένα βλέμμα σου με πείθει ότι κάνω το σωστό. Και μετά θυμός. Κόκκινος. Πνίγομαι...

 
Ας μου εγγυηθεί κάποιος ότι είναι η τελευταία φορά που βρίσκομαι σ' αυτή την κατάσταση. Ότι όλο αυτό θα περάσει. Και ότι δε θα είναι πολύ αργά. Ότι θα προλάβω.


Ο μεγαλύτερός μου φόβος να χάσω το τρένο...


Και αν κάπου κατέλειξα αυτές τις λίγες ώρες, είναι πως κρίμα που δεν έχουμε όλοι την πολυτέλεια να εκφράζουμε το θυμό μας σπάζοντας τζάμια και βιτρίνες. Κρίμα και άδικο.


Και κάτι άλλο. Για όλα φταις εσύ. Εσύ. Ακόμα και για την τρύπα του όζοντος.

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

όμορφα.




Γράφω για να μην προλάβεις και γράψεις εσύ πρώτος. Γράφω για να σου πω μια καλησπέρα. Μα κυρίως- ποιον κοροϊδεύω;- γράφω για το ''όμορφα'' που μου ευχήθηκες κάποτε. Για το ''όμορφα'' που φοράς στην όψη, σε κάθε νοητή μου συνάντηση μαζί σου. Για το ''όμορφα'' που αγαπάς τόσο και που μέσα στο οποίο -εγωιστικά, αθόρυβα, εν αγνοία σου- τρύπωσα και γω μέσα μια μέρα που είχε κρύο. Στο δικό σου ''όμορφα''. Και αν θες να ξέρεις το αγάπησα και γω. Το ''όμορφα''.

Το ''όμορφα'' είναι η αρχή μιας αόριστης γνωριμίας. Μεταξύ αγνώστων. Μιας συνάντησης που δεν έγινε. Μεταξύ εμένα και εσένα. Μια αφορμή ήταν το ''όμορφα''. Μια αφορμή για να εισέλθω στον κόσμο σου. Το ''σουσάμι άνοιξε'' του θησαυρού. Του δικού σου και του ''όμορφα''. Του θησαυρού της ψυχής σου. Του είναι σου, που με' χει κάνει σκλάβα του. Σκιά της σκιάς σου.

Το ''όμορφα'' είναι όλα κι όλα ό, τι μας ενώνει. Ότι ενώνει εμένα με σένα για να ακριβολογούμε. Γιατί εσύ είπαμε, αγνοείς. Αγνοείς την ύπαρξή μου. Η άγνοιά σου, το κοινό μας ''όμορφα''. Και δε φταις εσύ γι' αυτό. Προς Θεού. Δε σε φορτώνω με ψεύτικες κατηγορίες. Ποτέ δε θα το έκανα αυτό στο ''όμορφά'' μας. Σου είπα, το αγαπάω.

Εν αγνοία σου παγιδεύτηκα στη ζωή σου. Κινούμενη άμμος εσύ και γω να βυθίζομαι μαζί με σένα και το ''όμορφα'', το παιδί μας. Και δεν ένιωθα μόνη μαζί σας. Κι ας έλειπε η ψυχή της παρέας, η σάρκα. Το ''όμορφα'' ήταν η καλύτερη αόρατη συντροφιά που θα μπορούσα να έχω. Μετά από σένα βέβαια.

Όλη μου η ζωή ορίζεται απ' το ''όμορφα''. Προ Χριστού, μετά Χριστόν. Προ ''όμορφα'', μετά ''όμορφα''. Όμως εσύ παραμένεις ψευδαίσθηση. Μόνο κάποιες φορές παρασύρομαι από τυπωμένα χαρτιά με ποιήματά σου και πιστεύω ότι για δευτερόλεπτα ζωντανεύεις. Και τα μάτια σου λάμπουν και με κοιτάζουν. Κι όμως ψευδαίσθηση παραμένεις. Εν αγνοία σου πάντα.

Και γω η δειλή αρκέστηκα στο ''όμορφα''. Από μικρή αγαπούσα τα απλά πράγματα. Δεν μου περνούσε απ' το μυαλό πως θα μπορούσα να χα κι άλλα, πολλά. Όχι. Το ''όμορφα'' μου αρκούσε. Και ήταν βράδια που το παρακαλούσα να μας φέρει μαζί. Μαζί! Δεν γνωρίζει μαζί το ''όμορφα'', άγνωστη λέξη , δε βρίσκεται στο λεξιλόγιό του. Και έμενα εγώ στην άμμο , παρέα με τα φαντάσματά σας. Το δικό σου και του ''όμορφα''.

Τι ωραία που ήταν η πρώτη φορά που αντανακλάστηκε η φλόγα σου πάνω στο ''όμορφα'' της οθόνης. Φλόγα κόκκινη που μ' έκαψε.
Α, δε σου' πα! Αγόρασα και κόκκινο κασκόλ. Κατακόκκινο. Να σε τυλίγω γύρω απ' το λαιμό μου, να με ζεσταίνεις...
Και γω η χαζή να μένω με την ψευδαίσθηση πως όλα είναι  ''όμορφα''.

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

αγώνας.







Και κει που νομίζεις πως τα πάντα μέσα σου έχουν παγώσει, έρχεται ένας αγώνας να σε βγάλει απ' το λήθαργο και να σου θυμίσει ότι ''ψιτ κοπελιά'', μπορείς ακόμα να γελάσεις, να κλάψεις, να χοροπηδήσεις από χαρά, να εκνευριστείς, να νιώσεις, να ζήσεις. ''Ένας αγώνας ;''- παραξενεύεσαι. Ναι, ένας αγώνας όπου παίρνεις και συ μέρος και δεν είσαι ένας αμέτοχος (τηλε)θεατής. Με τον ιδρώτα να στάζει, τις αισθήσεις όλες σε εγρίγωρση, τα πόδια να τρέμουν απ' την αγωνία και τη θέληση προσπαθείς να δώσεις το καλύτερο. Για σένα. Για την ομάδα. Παρατηρείς την αντίπαλη πλευρά. Πανηγυρίζεις σε κάθε πόντο. Κάνεις αυθόρμητα περίεργες γκριμάτσες που δεν ταιριάζουν με το χαμηλών τόνων προφίλ σου.Ουρλιάζεις σε μια προσπάθεια να εκτονώσεις τα νεύρα σου. Τρέχεις και άλοτε πετυχαίνεις, άλοτε όχι. Βρίζεσαι, αγκαλιάζεσαι, φιλιέσαι. Νιώθεις άνθρωπος που ΝΑΙ, επιτέλους ζεις τη στιγμή και δε νοιάζεσαι πια για το τίμημα. Κάθε σου ανάσα παίρνει αξία μόνο και μόνο επειδή ζεις και τι περίεργο;- το ευχαριστιέσαι! Και ας εξελίχθηκε το παιχνίδι σε ντέρμπι. Κι ας άρχισαν σιγά σιγά τα πρόσωπα όλων να θαμπώνουν. Και ας μην άκουγες τίποτα. Κι ας πλακώθηκες με τις συμπαίκτριές σου . Και ας είδες τους απέναντι να πανηγυρίζουν τη νίκη . Εσύ το ευχαριστήθηκες. Με όλο σου το είναι.
 Και θες να ευχαριστήσεις τον αγώνα που σου θύμισε ότι τον μηχανισμό τον έχεις ,απλά πρέπει πού και πού να πατάς και το ΟΝ( ίσως και να αλλάζεις καμιά μπαταρία...)